αμπάλωτος

αμπάλωτος
η , ο
1) незалатанный, незаштопанный; рваный; 2) непочиненный, незадёланный; 3) оборванный, в лохмотьях; 4) без заплат(ок), малоношеный; 5) не нажившийся, не получивший прибыли; 6) непоправимый; невозместимый;

αμπάλωτη κατάσταση — непоправимое положение;

7) неприкрытый, явный; который невозможно скрыть, замять;

αμπάλωτο φταίξιμο — явная вина;

αυτό το σκάνδαλο είναι αμπάλωτο — этот скандал уже невозможно замять


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "αμπάλωτος" в других словарях:

  • αμπάλωτος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν έχει μπαλωθεί, επιδιορθωθεί ή δεν μπορεί να επιδιορθωθεί: Τα παπούτσια του ήταν τρύπια και τα ρούχα του αμπάλωτα. 2. αυτός που δεν είχε κάποια ωφέλεια από κάπου: Όλοι κάτι μπαλώθηκαν, μονάχα εκείνος έμεινε αμπάλωτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμπάλωτος — η, ο [μπαλώνω] 1. (για ενδύματα ή υποδήματα) αυτός που δεν μπαλώθηκε, δεν επιδιορθώθηκε στο σημείο που είχε σκιστεί ή ανοίξει 2. αυτός που δεν παίρνει μπάλωμα 3. αυτός που δεν μπορείς να τόν δικαιολογήσεις, να τόν συγκαλύψεις …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»